Η του αληθούς & όντως θεολογικού νοήματος των Αδώνιων διαστρέβλωση – μέρος Α’

Από το 2012μ.Χ. και έπειτα μια κάποια άτυπη θεατρική ομάδα με την ονομασία «Διόνυσος Ελευθερέας» – η οποία δεν αποτελείται απο συγκριμένο αριθμό μελών ούτε αποτελείται από συγκεκριμένα πρόσωπα, αλλά ο δημιουργός της και μοναδικότης μέλος κ. Μπουσίου Ιωάννης κατά χρόνους και καιρούς “θηρεύει” περιστασιακά μέλη τόσο απο τον ευρύτερο χώρο των πολιτισμικών δρώμενων όσο και απο τον ευρύτερο χώρο των θρησκευτών των θεών μέσα απο την θρησκευτική παράδοση των παλαιών Ελλήνων (που όμως δεν ανήκουν σε κάποιο θρησκευτικό σωματείο απο τα νόμιμα & γνωστά) ώστε να μπορεί να πραγματώνει τα θεατρικά του δρώμενα, τα οποία παντελώς αυθαίρετα τα παρουσιάζει ως δήθεν τελετές & εορτές για τους Θεούς, δημιούργησε & παρουσίασε ένα κάποιο θεατρικό δραματικό δρώμενο το οποίο εμφάνησε ως μια κάποια – δηθεν- αναβίωση της εορτής του Αδώνιδος στους παλαιούς Έλληνες.

Από τότε και έπειτα η εορτή των Αδωνίων έχει υποστεί εκ του του κ. Ιωάννη Μπουσίου διπλή διαστρέβλωση, και το μεν πρώτο σκέλος της διαστρεβλώσεως σε σχέση με το δεύτερο σκέλος της διαστρέβλωσης έχει σχέση αίτιου αποτελέσματος.

Η κυριότατη διαστρέβλωση που έχει επιφέρει ο κ. Ιωάννης Μπουσίου επι της εορτής των Αδωνίων αφορά το μόνο, αληθές & όντως θεολογικό νόημα της εορτής, έτσι όπως αυτό απορρέει εκ της περί τον πλατωνικώς λεγόμενο «Εγκόσμιο Διόνυσο» ή ορφικώς λεγόμενο «θεό Άδωνη» θεολογίας των Ελλήνων και το μόνο αληθές & όντως θεολογικό νόημα των περί του γιού του Κινύρα μυθικώς λεγομένων & δρωμένων.

Το δε δεύτερο σκέλος είναι το ίδιο το θεατρικό δραματικό δρώμενο που ο κ. Μπουσίου Ιωάννης όχι μόνο το το πραγμάτωνε εν είδει εορτής αλλά το παρουσίαζε και ως μία κάποια ιεροπραξία!

Βέβαια η περί θεούς επιστήμη & θεολογία δημιουργεί την ιεροπραξία,  το δρώμενο και την εορτή, όμως μια ανυπόστατη & αναληθής θεολογία παράγει μια ανυπόστατη & αναληθή ιεροπραξία, δρώμενο, υμνολόγηση και προσευχή.

Άλλωστε κατά πως λέγει ο Πλάτωνα :

«Όσιο = Λατρεία θεού αρεστή στον θεό».[1]

Όμως ο Πλάτων λέγει αφενός ότι :

«Ευσέβεια = Δικαιοσύνη περί Θεούς. Εκούσια δύναμη για την θεραπεία των Θεών. Ορθή αντίληψη  για την προς τους Θεούς τιμή. Επιστήμη της περί Θεών τιμής».[2]

Εξ ου και ο Πρόκλος λέγει ότι:

«Πραγματικά αρμόδιος να διακρίνει τα αγαθά και τα κακά και τον πρέποντα στις ενδιάμεσες καταστάσεις τρόπο να ομιλεί ο άνθρωπος προς τους Θεούς είναι μόνον ο επιστήμων».[3]

Άλλωστε κατά πως λέγει ο Ιεροκλής :

«ολόκληρη η δύναμη της τιμής έγκειται στην από εμάς γνώση της ουσίας όσων τιμώνται, γνώσης εκ της οποίας εξευρίσκεται το πώς να λέγουμε τα δέοντα και το πώς να πράττουμε – προς όσους τιμώνται – ορθώς & καλώς. Γιατί πως θα μπορούσε κανείς να διαλεχθεί με όσους αγνοεί ; Πως θα προσφέρει κάποιος δώρο σε αυτούς των οποίων δεν γνωρίζει την αξία;»[4]

Εξ ου και ο Ιεροκλής λέγει ότι :

«Ευσεβείς είναι εκείνος που κατέχει την θεία επιστήμη και προσφέρει τη δική του τελείωση ως άριστη τιμή προς τους αίτιους των αγαθών, και με τον ζήλο και την απόκτησή τους στρέφεται προς όσους τα χορηγούν, και τιμά όσους χορηγούν πάντοτε τα αγαθά με το να είναι ικανός να τα λαμβάνει. Όποιος, όμως, επιλέγει να τιμά το θείο αλλιώς και όχι μέσω του εαυτού του, κάνει την τιμή σπατάλη της εξωτερικής περιουσίας του, χωρίς να προσφέρει τη δική του αρετή αλλά προσπαθώντας με τα εξωτερικά αγαθά να εκπληρώσει το χρέος του προς αυτούς. Αυτά δεν είναι ευχάριστα ούτε και σε έναν ενάρετο άνθρωπο να τα λαμβάνει, εκτός και αν δίνονται με την καλύτερη διάθεση. Τέτοιο είναι και το ρητό πάλι του δελφικού θεού. Γιατί σε κάποιον που θυσίασε εκατοντάδες βόδια χωρίς ευσεβή διάθεση και ρωτούσε πως είχε δεχτεί τα δώρα του, απαντά : “Μα μου αρέσει το πλιγούρι του ξακουστού πολίτη της Ερμιόνης”, προτιμώντας το τελείως ευτελές παρά την τόση πολυτέλεια, επειδή ασφαλώς είχε κοσμηθεί με θεοσεβή γνώμη. Γιατί με αυτήν όλα μπορούν να γίνουν θεοφιλή, και χωρίς αυτήν ποτέ τίποτα αρεστό στον Θεό.»[5]

Δηλ. όσια & αληθής ιεροπραξία, δρώμενο και εορτή για τους θεούς, καθώς και τόσο η υμνολόγηση τους αλλά και η προς αυτούς προσευχή, είναι μόνον η κατά την ευσέβεια δημιουργημένη & δομημένη, αλλιώς η κατά την περί θεών επιστήμη & θεολογία & αλήθεια!

Έξ ου και ο Πρόκλος λέγει αφενός ότι:

«Της τέλειας και αληθινής προσευχής προηγείται πρώτα η γνώση όλων των θεϊκών τάξεων τις οποίες προσεγγίζει αυτός που (προσ)εύχεται. Γιατί δεν θα τις προσεγγίσει κατάλληλα, αν δεν έχει μάθει τις ιδιότητές τους. Για αυτό και ο χρησμός προέτρεψε να έχει “τν πυριθαλπ ννοιαν” στην πρώτη σειρά “ν τ ερ θρησκεί”. Δεύτερη μετά από αυτή είναι η οικείωση μέσω της εξομοίωσης με το θείο ολόκληρης της καθαρότητάς μας, της αγνείας μας, της παιδείας μας και της σειράς με την οποία προσφέρουμε τα δικά μας στους θεούς, έλκοντας εκ μέρους τους την ευμένεια και τις ψυχές μας υποτάσσοντας σε αυτούς. Τρίτη είναι η επαφή κατά την οποία εφαπτόθεμα της θείας ουσίας μέσω της “κορυφής της ψυχής μας»[6] και συγκλίνουμε προς αυτή. Στην συνέχεια είναι η προσέγγιση – γιατί έτσι την αποκαλεί ο χρησμός : “γιατί ο βροτός προσεγγίζοντας το πυρ θα έχει φώς θέοθεν” – το οποίο μας προσφέρει μεγαλύτερη (επι)κοινωνία και τρανότερη μετουσία στο των θεών φώς. Τελευταία είναι η ένωση, η οποία εγκαθιδρύει τον “Εν” της ψυχής μας στο “Εν” των θεών και κάνει κοινή την ενέργειά την δική μας και των θεών, με την οποία δεν ανήκουμε και στους εαυτούς μας αλλά στους θεούς και παραμένουμε μέσα στο θεϊκό φως και περιεχόμαστε ολόγυρα από αυτό. Και τούτο είναι το άριστο τέλος της αληθινής (προσ)ευχής, προκειμένου η (προσ)ευχή να επισυνάψει την επιστροφή μας με την παραμονή, και αυτό που προήλθε από το “Έν” των Θεών να το ενιδρύσει και πάλι στο “Έν” των Θεών και το εν ημίν φώς να το (συμ)περιλάβει στο φώς των θεών[7]

Αφετέρου ότι :

«αυτός που θα εφαρμόσει επιτυχώς την (προσ)ευχή, πρέπει λεώς τε ποιεσθαι τος θεος και να αναγείρει μέσα του τις περί Θεών έννοιες, γιατί η εύνοια των ανώτερων είναι το πρώτιστο ορμητήριο για την μετουσία σε αυτούς, και να επιδίδεται αδιαλείπτως στην περί το θείο θρησκεία, γιατί “οι μακάριοι θεοί είναι σφοδροί με τον αμελή θνητό και να διαφυλάττει αδιασάλευτη τη σειρά των πράξεων που είναι αρεστές στους θεούς και να έχει επιδείξει αρετέςπ τς γενέσεως καθαρτικς κα ναγωγος, καθώς επίσης και τη γνωστή τριάδα, πίστη, αλήθεια και έρωτα, και ελπίδα για τα αγαθά,[8] αμετάτρεπτη υποδοχή του θεϊκού φωτός καικστασιν π πάντων τν λλων πιτηδευμάτων”, προκειμένου να συνευρεθεί με την θεότητα μόνος και να μην προσπαθεί με τα του πλήθους να συνδέσει την εαυτό του με το Ένα. Γιατί ένας τέτοιος άνθρωπος κάνει το ακριβώς αντίθετο και απομακρύνει τον εαυτό του από τον θεό. Γιατί, όπως δεν είναι θεμιτό κανείς να έρχεται σε επαφή με το όντως ΟΝ συνοδευόμενος με το “Μη-ΟΝ”, έτσι δεν είναι δυνατόν να έρθει κανείς σε επαφή με το “Ένα” συνοδευόμενος από το πλήθος.»[9]

Συγγκρατούμε :

  • <<Της τέλειας και αληθινής προσευχής προηγείται πρώτα η γνώση όλων των θεϊκών τάξεων τις οποίες προσεγγίζει αυτός που (προσ)εύχεται. Γιατί δεν θα τις προσεγγίσει κατάλληλα, αν δεν έχει μάθει τις ιδιότητές τους. Για αυτό και ο χρησμός προέτρεψε να έχει “τν πυριθαλπ ννοιαν” στην πρώτη σειρά “ν τ ερ θρησκεί”.>>
  • <<αυτός που θα εφαρμόσει επιτυχώς την (προσ)ευχή, πρέπειλεώς τε ποιεσθαι τος θεος” και να αναγείρει μέσα του τις περί Θεών έννοιες, γιατί η εύνοια των ανώτερων είναι το πρώτιστο ορμητήριο για την μετουσία σε αυτούς, και να επιδίδεται αδιαλείπτως στην περί το θείο θρησκεία, γιατί “οι μακάριοι θεοί είναι σφοδροί με τον αμελή θνητόκαι να διαφυλάττει αδιασάλευτη τη σειρά των πράξεων που είναι αρεστές στους θεούς >>

Όμως ο μέγας Ιεροκλής αφού εξηγήσει αφενός ότι:

«μία αμετάτρεπτη φρουρά φυλάει τον νόμο της τάξης του σύμπαντος και  ότι υπάρχει στους παλαιούς το έθος να ονομάζουν μυστικά όρκο τον φύλακα αυτής της φρουράς».[10]

Αφετέρου ότι :

«Νόμος είναι ο δημιουργικός νους και η θεία βούληση η οποία παράγει αιωνίως τα πάντα και τα διατηρεί για πάντα.[7] Έννομη τάξη είναι αυτή που εισήχθη στους αθάνατους θεούς από τον πατέρα και δημιουργό του σύμπαντος και κάνει ανάμεσά τους άλλους πρώτους και άλλους δεύτερους. Γιατί, αν και έλαβαν την κορυφή του λογικού κόσμου ως συνόλου, όμως διαφοροποιούνται μεταξύ τους και κάποιοι είναι πιο θεϊκοί από άλλους. Ένδειξη της ανωτερότητας και της κατωτερότητάς τους ως προς την ουσία τους είναι η σειρά των ουρανίων σφαιρών, που καθεμία έλαβε τη θέση της ανάλογα με την ουσία και τη δύναμή της, ώστε ο νόμος να στηρίζεται στην ουσία τους και η σειρά να είναι σύμφυτη με την αξία τους. Γιατί δεν έλαβαν υπόσταση όπως να ‘ναι και κατόπιν διακρίθηκαν, αλλά ήρθαν στην ύπαρξη με τάξη, αποτελώντας διαφορετικά μέρη μέσα στον ουρανό σαν μέσα σε έναν ζωντανό οργανισμό και διατηρώντας την τακτοποιημένη σχέση που έχουν μεταξύ τους κατά την διαφοροποίησή τους ως προς το είδος και κατά την ταυτόχρονη συνάφειά τους, ώστε να μην μπορεί ποτέ να νοηθεί κάποια ανταλλαγή της θέσης τους, εκτός και αν συνοδεύεται με καταστροφή του σύμπαντος, η οποία είναι αδύνατον να συμβεί, όσο το πρώτο αίτιό τους είναι εντελώς αμετάβλητο και αμετάτρεπτο και έχει την ουσία του ίδια με την ενέργεια του και την αγαθότητα όχι ως κάτι επίκτητο αλλά αυθυπόστατη και λόγω αυτής οδηγεί τα πάντα προς το Ευ Είναι[11]

Έπειτα με καταλυτικό τρόπο λέγει ότι :

«Ποιος είναι ο νόμος και η τιμή που τον ακολουθεί; Ας πούμε πάλι ότι ο νόμος είναι η αμετάτρεπτη και δημιουργική ενέργεια του θεού, η οποία γεννά & τακτοποιεί αιωνίως & αμετάβλητα τα θεϊκά γένη, ενώ η τιμή που συμφωνεί με τον νόμο είναι η γνώση της ουσίας όσων τιμώνται και η κατά το δυνατόν εξομοίωση μαζί της. Γιατί αυτό που θαυμάζει κανείς, το μιμείται κιόλας, όσο είναι δυνατόν σε αυτόν, & τιμά εκείνον που δεν χρειάζεται τίποτα, όταν υποδέχεται τα αγαθά που προσφέρονται από εκείνον.»[12]

Εξ ου  και ο θείος Πλάτων λέγει ότι :

 «”Ποια πράξη όμως είναι αρεστή στο θεό & σύμφωνη με την θέλησή του ; Υπάρχει μόνο μία, που την εκφράζει το παλιό ρητό : στο όμοιο αρέσει το όμοιο που τηρεί το μέτρο. Τα υπερβολικά δεν είναι αρεστά ούτε μεταξύ τους ούτε σε εκείνα που έχουν μέτρο. Κατά την άποψή μας, ο θεός είναι το βασικό μέτρο των πραγμάτων, πολύ περισσότερο από τον άνθρωπο όπως υποστηρίζουν μερικοί. Αν θέλει λοιπόν κανείς να γίνει προσφιλής στον θεό πρέπει να καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια να του μοιάσει. Σύμφωνα με την παραπάνω αρχή, ο σώφρων θα είναι του θεού φίλος – αφού θα του μοιάζει – ενώ ο μη σώφρων και άδικος, ως εντελώς διαφορετικός από τον θεό, θα είναι εχθρός του. Το ίδιο ισχύει  και για όλα τα άλλα. Πρέπει να αντιληφθούμε ότι λογική συνέπεια του συλλογισμού αυτού είναι το εξής δίδαγμα, που το θεωρώ κάλλιστο & αληθέστατο από όλα τα άλλα. Για τον αγαθό άνθρωπο, το κάλλιστο & άριστο & αποτελεσματικό μέσο για να ζήσει ευδαίμονα βίο είναι να θύειν στους θεούς και να προσομιλεί αεί μαζί τους με την ευχή, τα αναθήματα και την σύμπασα θεραπεία.  Για τον κακό άνθρωπο συμβαίνει το αντίθετο, αφού έχει ακάθαρτη ψυχή. Τόσο ο θεός όσο και ο αγαθός άνθρωπος δεν είναι ορθό να δέχονται δώρα από άνθρωπο μιαρόν – κάτι που σημαίνει ότι ο κόπος που καταβάλλουν οι ανόσιοι για να αποκτήσουν την εύνοια των θεών πάει χαμένος, ενώ το αντίθετο συμβαίνει με τις προσπάθειες των οσίων ανθρώπων[13]. Αυτός λοιπόν πρέπει να είναι ο στόχος μας. Ποια όμως είναι τα βέλη μας και τα μηχανήματα με τα οποία θα τα εκτοξεύσουμε ; Ας πούμε πως αυτά είναι τα όπλα μας, πρώτο και καλύτερο θεωρείται η απόδοση τιμών στους Ολύμπιους θεούς και στους κατέχοντες την πόλη θεούς και μετά στους χθόνιους θεούς. Στους πρώτους κατά τον σκοπό της ευσέβειας πρέπει ορθότατα να προσφέρονται τα άρτια και τα δεξιά, ενώ στους δεύτερους τα περιττά και αριστερά. Στην συνέχεια ο έμφρων θα οργιάσει στους Δαίμονες και στους Ήρωες. Έπειτα στα ιδρύματα των πατρώων Θεών – όπως προστάζει ο νόμος – και τέλος στους ζωντανούς γονείς, αφού είναι σωστό και δίκαιο να πληρώνει κανείς πρώτα τα πιο σημαντικά χρέη του και στην συνέχεια τα υπόλοιπα.»[14]

Κατανοούμε λοιπόν ότι ο μη κατέχων την περί θεών επιστήμη, ήτοι την ευσέβεια, και την αληθή & όντως θεολογία, δεν δύναται να δημιουργήσει & δομήσει όσια ιεροπραξία ή εορτή!

Κατανοούμε δηλ. ότι άπαντα τα θεατρικά δρώμενα του κ. Ιωάννη Μπουσίου, τα οποία όχι μόνον παντελώς αυθαίρετά παρουσιάζει ως τελετές προς τους Θεούς και αφετέρου είναι παντελώς διαστρεβλωτικά & παραχαρακτικα ως προς το ορθό του πράττειν των ιεροπραξιών & εορτών της θεραπεία των θεών στου Έλληνες – και στα οποία θεατρικά δρώμενα συμμετείχε & συμμετέχει, δυστυχώς, με ότι συνέπειες μπορεί να έχει αυτό, πλήθος ανθρώπων – ήταν & είναι : ανόσια – μη δηλ. αρεστά στους θεούς –  καθότι  ασεβή – μη σύμφωνα με την περί θεών επιστήμη & θεολογία!

Αυτή η εκ του κ. Μπουσίου Ιωάννη διαστρέβλωση της για των Άδωνη εορτής βέβαια δεν σταματά στα όσα ήδη αναφέραμε, προχωρά και στην – από τον ίδιο – ταύτιση της εορτής του Αδώνιδος με τον του Ορθοδόξου Χριστιανισμού «Επιτάφιο».

Εν έτει 2012 ο κ. Μπουσίου Ιωάννης έγραφε στο άρθρο-μελέτη του:

«η πρόσληψη και η κατανόηση των ταφικών δρωμένων που την περίοδο του Πάσχα επιτελούνται από την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία, κατά την γνώμη μας, δεν καθίσταται ολοκληρωμένη εάν δεν συνδέσουμε τα τελέσματα αυτά με την πρωταρχική τους τελετουργική μορφή, που ανάγεται στα αντίστοιχα θρησκευτικά θέσμια των αρχαίων ελληνικών λατρειών.»[15]

Για θεμελιωθεί/τεκμηριωθεί και εν συνεχεία να ορθοποδήσει η συσχέτιση του αυτή ο κ. Μπουσίου Ιωάννης παραχάραξε & διαστρέβλωσε σύμπασα την των Ελλήνων μυθολογία την σχετική τόσο με τον θεό Άδωνη όσο και με τον γιό του Κινύρα Άδωνη.

Ο κ. Μπουσίου Ιωάννης εν ολίγοις ταύτισε αυθαίρετα τον θεό Άδωνη με τον γιό του Κινύρα Άδώνη και δημιούργησε μια ανύπαρκτη στους Έλληνες θρησκευτική παράδοση – η οποία διαστρεβλώνει την πανελλήνια(ορφική) θεολογία – και η οποία θέλει τα όσα ο θνητός έπαθε και έζησε να τα ζει ο Θεός!

Έτσι επι σειρά ετών ο κ. Μπουσίου Ιωάννης διαστρέβλωνε & διαστρεβλώνεις σύμπασα την πανελλήνια-ορφική θεολογία και την στους Έλληνες περί θεών αλήθεια εισάγοντας σε αυτές την ανύπαρκτη & στρεβλή θεώρηση του ότι οι θεοί ενσαρκώνονται,  πεθαίνουν και ανασταίνονται!

Με βάση αυτή την από τον ίδιο δημιουργημένη ανύπαρκτη θρησκευτική παράδοση ο κ. Μπουσίου Ιωάννης διαστρέβλωσε στο έπακρο την του Αδώνιδος εορτή ταυτίζοντάς την με μια κάποια – εν είδει θεατρικού δράματος – τελετή κηδεύσεως του…. Θεού Άδωνη, στην οποία όπως ήταν φυσικό ο θεατής δεν μπορούσε να διακρίνει τι αναφέρονταν και πότε στον θεό Άδωνη και τι και πότε στο γιό του Κινύρα!

Έγραφε εν έτει 2012 ο κ. Μπουσίου Ιωάννης :

«Τα Αδώνια  ήταν μία επιτάφια ιδιωτική-οικιακή εορτή που τελούνταν κάθε χρόνο σε όλες σχεδόν τις ελληνικές πόλεις προς τιμήν του Αδωνη και της Αφροδίτης.» [16]

Δηλ. κατά τον κ. Μπουσίου Ιωάννη τα Αδώνια ήταν – και ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπίζεται και να τελείται – μια προς τιμήν του θεού Άδωνη εορταστική….κηδεία!

Αφού λοιπόν δημιούργησε αυτήν την ανυπόστατη στους Έλληνες θεολογική & φιλοσοφική παράδοση περί θεών – ότι δηλ. ενσαρκώνονται, πεθαίνουν & ανασταίνονται, προχώρησε στην αυθαίρετη διαπίστωση, κατά την έννοια ότι είναι αθεολόγητη & αφιλοσόφητη, ότι αφού οι ταφές στους παλαιούς Έλληνες του 5ου – 4ου αι. π.Χ. αποτελούταν από συγκεκριμένα μέρη-πράξεις λατρείας & ιερουργίας, θα έπρεπε κατά τον κ. Μπουσίου Ιωάννη, αυθαίρετα πάντα, και η εορτή των Αδώνιων να αποτελείται από τα ίδια μέρη με τις ταφές! Μιας και θεώρησε οτι τα Αδώνια ήταν μια κηδεία!

Εξ ου και έγραφε εν έτει 2012 ο κ. Μπουσίου Ιωάννης :

«Η τελετή χωριζόταν σε δύο κύρια μέρη. Η πρώτη μέρα ήταν πένθιμη και ονομάζονταν «αφανισμός». Στο κομμάτι αυτό οι γυναίκες ακολουθούσαν όλα τα καθιερωμένα τελετουργικά της κηδεύσεως του Αδωνη που ονομάζονταν και ως «πρόθεσις» του νεκρού. Κατά την ταφική διαδικασία της προθέσεως, οι μαυροφορεμένες  γυναίκες τοποθετούσαν σε νεκρική κλίνη ένα ξύλινο ομοίωμα (ξόανο) του Αδώνιδος και επιτελούσαν, σαν να είχαν ένα νεκρό σώμα,  τα ταφικά τελετουργικά. Έπλεναν με νερό το  ξόανο,  μύρωναν το σώμα του Θεού, το έντυναν με το χαρακτηριστικό ύφασμα των νεκρών, το σάβανο και νεκροστόλιζαν με αρωματικά άνθη και κλαδιά αειθαλών δέντρων την κλίνη του. Ο ποιητής Θεόκριτος, που έζησε 3ο αιώνα π.Χ. και ήταν ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της Ελληνιστικής εποχής,  περιγράφει με εξαίσιο τρόπο  στο 15ο ειδύλλιό του με τίτλο Συρακουσίαι ή Αδωνιασταί την ατμόσφαιρα της εορτής: “Εχουν στρώσει αργυρή κλίνη νεκρική για τον όμορφο Θεό. Δίπλα της, βρίσκονται καρποί που δίνουν τα κλαδιά των ιερών δένδρων, και άνθη φυλαγμένα σε πήλινα δοχεία, οι περιώνυμοι κήποι του Αδωνη.  Ο πολυέραστος  Αδωνης, αυτός που αγαπούν και στον Αχέροντα ακόμη! Δέσποινα Αφροδίτη, εσύ είσαι που κρατείς στα χέρια τώρα  το ρόδινο σώμα του Αδωνη”.     Σημαντικό μέρος στην τελετή  διαδραμάτιζαν οι λεγόμενοι “Κήποι Αδώνιδος”. Οι γυναίκες εννέα ημέρες πριν την εορτή, τοποθετούσαν μέσα σε αγγεία πήλινα σπόρους από φυτά που αναπτύσσονται γρήγορα, συνήθως σίτο, μαρούλι, μάραθο ή και διάφορα άνθη. Τοποθετούσαν τα αγγεία αυτά στις στέγες των σπιτιών ή όπου αλλού αυτά θα δέχονταν την θερμότητα των ηλιακών ακτινών ώστε να μεγαλώσουν γρήγορα. Τα φυτά αυτά συμβόλιζαν την νεότητα και το σφρίγος του νεανία θεού, ενώ αναβλασταίνουν γρήγορα και μαραίνονται απότομα, όπως απότομα και πρόωρα αφανίστηκε και ο Αδωνης.»[17]

Ταυτόχρονα δε με το αυτό αθεολόγητο & αφιλοσόφητο συμπέρασμά του και βασιζόμενο σε αυτό προχώρησε στην δημιουργία ενος κάποιους δραματικού δρωμένου εν είδη ταφής νεκρού, την οποία ονόμασε & παρουσίασε δημόσια  – εν έτει 2012 – αυθέρετα ως μία δήθεν «αναβίωση» των Αδώνιων, της εορτής προς τον ορφικώς λεγόμενο Άδωνη ή πλατωνικώς λεγόμενο «εγκόσμιο Διόνυσο»!

Παρουσίασε δε τον εαυτό του ως «Τελετάρχη των κήπων του Αδώνιδος»!

Βεβαία το εν λόγω ποίημα του Θεόκρητου, για όποιον το έχει διαβάσει, αναφέρεται μεν στον θάνατο κάποιου αλλά αυτός στον οποίο αναφέρεται ΔΕΝ είναι ο ορφικώς λεγόμενος Άδωνης ή πλατωνικώς λεγόμενος «εγκόσμιος Διόνυσος», αλλά αυτός στον οποίο αναφέρεται ότι πεθαίνει είναι ο γιός του Κινύρα Άδωνης – ο οποίος πεθαίνει από χτύπημα κάπρου στον μηρό!

Και δεν σταμάτησε εκεί ο κ. Μπουσίου Ιωάννης, στο να παρουσιάσει έναν θεό να παθαίνει, αλλά προχώρησε και ποιο πέρα : παρουσίασε ένα θεό να ανασταίνεται!

Εξ ου και εν έτει 2012 ο κ. Μπουσίου Ιωάννης έγραφε αφενός :

«Θρήνος, επιτάφιος και ανάσταση : Κατόπιν ακολουθούσε  ο θρήνος του νεκρού Αδώνιδος. Ο θρήνος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των ελληνικών ταφικών τελετουργιών.   Έχουμε την τύχη να διασώζεται αυτούσιος  ένας  τελετουργικός  θρήνος του Αδώνιδος  από τον Βίωνα τον Σμυρναίο που έζησε τον 2ο αιώνα π.Χ. Το έργο του «Επιτάφιος Αδώνιδος» αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ποιητικά κείμενα της Ελληνιστικής περιόδου που περιγράφει με αριστουργηματικό λογοτεχνικό τρόπο τον θρήνο της Θέας Αφροδίτης για τον Αδωνη.       “Τον Αδωνη θρηνολογώ, τον όμορφο που εχάθη, «πάει, χάθηκεν ο Άδωνης» οι Έρωτες θρηνούνε. Στα πορφυρά σου Κύπριδα να μην ξαναπλαγιάσεις, βάλε τα μαύρα σου, καλή, και να στηθοκοπιέσαι, σύρε φωνή, ο Αδωνης χάθηκεν, ο καλός σου. Τον Άδωνη θρηνολογώ και οι Ερωτες θρηνούνε“.    Έπειτα ακολουθούσε η λεγόμενη «Εκθεσις» του ομοιώματος του θνήσκοντος Θεού, δηλαδή η περιφορά, η μετάβαση της ταφικής λάρνακας  από τον οίκο προς τον χώρο ταφής του. Στην πομπή προπορεύονταν οι άντρες και ακολουθούσαν οι γυναίκες, οι αναμμένοι πυρσοί και τα κεριά προσέδιδαν σε αυτήν την επιβλητική πομπή μια ιδιαίτερα κατανυκτική ατμόσφαιρα. Οι πένθιμοι  ύμνοι  συνεχίζονταν κατά την διαδρομή με την συνοδεία αυλού που παρήγαγε έναν θρηνητικό ήχο και ονομάζονταν γίγγρα. Οταν έφταναν στον υποτιθέμενο χώρο ταφής, έθαβαν το ομοίωμα και  ακολουθούσαν οι καθιερωμένες ταφικές χοές, καθώς και ο τελετουργικός κυκλικός χορός των γυναικών γύρω από τον τάφο. Η επόμενη ημέρα των Αδωνίων ήταν χαρμοσύνη και ενθουσιαστική και ονομάζονταν  «Εύρεσις». Εκεί εόρταζαν την ανάσταση, την αναγέννηση του Αδώνιδος με χορούς και γέλια, και συνέτρωγαν με πλούσια γεύματα που προέρχονταν από τις καθιερωμένες θυσίες.» [18]

Αφετέρου έγραφε ότι :

«Οι πολυθεϊστικές θρησκείες  πολλών παραδοσιακών πολιτισμών εμπεριέχουν το αρχέτυπο του θνήσκοντος και αναγεννώμενου θεού

Βεβαία αφενός ούτε στο εν λόγω ποίημά του Βίωνα, για όποιον το έχει διαβάσει όντως, δεν αναφέρεται σε κάποιον Θεό,  πόσο μάλλον που πεθαίνει, αλλά στον γιό του Κινύρα Άδωνη ο οποίος πεθαίνει από χτύπημα κάπρου στον μηρό! Αφετέρου οι θεοί ΔΕΝ είναι αρχέτυπα ή μυθικά σύμβολα!

Μάλιστα  ο κ. Μπουσίου Ιωάννης παρουσίαζε επι σειρά ετών – και συνεχίζει και το κάνει μέχρι και σήμερα – τους υπερούσιους, αμέθεκτους και αυτοτελείς Θεούς/Ενάδες/Αγαθότητες άλλοτε ως…«οντότητες» (ως να οι Θεοί κάτι σαν τους ανθρώπους) και μάλιστα όχι μόνον με…«φυλετική» καταγωγή («Έλληνες Θεοί») αλλά και που…«θνήσκουν & ανασταίνονται». Άλλοτε δε ως… «αρχέτυπα ή μυθολογικά σύμβολα» «στην περίπτωση του Άδωνη έχουμε να κάνουμε με ένα αρχέτυπο, με ένα μυθολογικό σύμβολο»[19], μας λέγει εν έτει 2014 σε άρθρο του ο κ. Μπουσίου Ιώαννης.

Kαι εμείς τώρα απορούμε :

  1. και τι λατρεύει ο κ. Μπουσίου Ιώαννης όταν «τελεί» Αδώνια ; Ένα…«μυθικό σύμβολο ή αρχέτυπο»;
  2. ‘Ομως ο κ. Μπουσίου Ιώάννης, απο το έτος 2012 ως το 2015μ.Χ., που τελούσε εορταστική κηδεία ως εορτή για τον Άδωνη ή εγκόσμιο Διόνυσο, τι κήδευε ; Ένα σύμβολο ή αρχέτυπο ;

 

Σε κάποιο άλλο σημείο του πονήματός του ο κ. Μπουσίου Ιωάννης γράφει :

«στην Ελληνική θρησκευτική παράδοση, ο Αδωνης συμβολίζει την ίδια την ανθρώπινη ψυχή που πεθαίνει και αναγεννιέται συνεχώς, οι συνεχόμενες όμως επαναγεννήσεις του θα εξελίξουν την ψυχή, προσδίδοντάς της το απαραίτητο ψυχικό κάλλος. Τότε θα νομιμοποιείται να ανέλθει στα ανώτερα θεϊκά πεδία».

Στο εν λόγω χωρίο της μελέτης-άρθρο του κ. Ιωάννη Μπουσίου βλέπουμε μια ακόμη παραχάραξη που έχει επιφέρει ο κ. Μπουσίου Ιωάννης σε βάρος της πανελλήνιας-ορφικής θεολογίας και του περί λογικής & αΐδιας ψυχής θείου δόγματος της ιερής Θρησκείας των Ελλήνων – που η πιο κοντινή στην παρούσα εν τη γενέσει ανθρωπότητα καταγραφή του/της έχει γίνει για τους Έλληνες από τον Θράκα Θεολόγο Ορφέα – και εξηγήθηκε πλήρως, αληθώς & όντως, μόνον μέσα από τα κείμενα των θείων φιλοσόφων Πυθαγόρα, Πλάτωνα, Πλουτάρχου Χαιρωνέα, Πλωτίνου Αιγύπτιου, Πορφύριου, Ιάμβλιχου, Συριανού, Πρόκλου, Ερμεία, Ολυμπιοδώρου, Δαμάσκιου, Ιεροκλή κτλ.

Στο εν λόγω χωρίο της μελέτης του ο κ. Ιωάννης Μπουσίου αυθαίρετα – και πλήρως διαστρεβλωτικά για την πανελλήνια-ορφική θεολογία – αφενός υποβαθμίζει τον Θεό Άδωνη σε σύμβολο και δη της ανθρώπινης ψυχής, αφετέρου εισάγει στο περί λογικής & αΐδιας ψυχής θείο δόγμα της ιερής Θρησκείας των Ελλήνων την πολυετή μαθητεία του αφενός στα από πολλούς & διαφόρους κυρίους & κυρίες και για πάνω από 20 έτη διαδιδόμενα – πλήρως διαστρεβλωτικά για την Πανελλήνια(Ορφική) θεολογία και την του Πυθαγόρα, Πλάτωνα και των συνεχιστών αυτών θεία φιλοσοφία – κείμενα ενός – αποθανόντος – κ. Σπυρίδωνος Νάγου αφετέρου την πολυετή μαθητεία του στα κείμενα-λεγόμενα ενός εν ζωή κ. Σπυροδήμου Γ. Ανεμογιάννη–Σινανίδη, τα οποία τα μεν παρουσιάζονται (από διάφορες ομάδες) ως μία κάποια δήθεν «Ορφική & Πλατωνική προφορική παράδοση»(sic) και τα δε ως μια δήθεν «Ελευσίνια Μύηση«(sic)!

Ο κ. Σινανίδης, ο οποίος έχει υπάρξει ιεροδιδάσκαλος του κ. Μπουσίου Ιωάννη, επι σειρά πολλών ετών διαστρεβλώνει & παραχαράζει – με τα όσα λέγει & γράφει περί ψυχής & Ελευσίνιων Μυστηρίων – με τέτοιο τρόπο και σε τέτοιο βαθμό όχι μόνον τα νοήματα του πλατωνικού «Τίμαιου» και «Φαίδρου» αλλά και το ίδιο το αρχαίο κείμενο των εν λόγω πλατωνικών κειμένων – καθώς επίσης όχι μόνον τα νοήματα αλλά και το ίδιο το κείμενο του «Υπομνήματος στα Χρυσά Έπη του Πυθαγόρα» του Ιεροκλή που ξεπερνά τα όρια της ύβρεως!

Εισάγει δηλ. ο κ. Μπουσίου Ιωάννης τα διαστρεβλωτικά – για την πανελλήνια-ορφική θεολογία και την του Πυθαγόρα, Πλάτωνα και των συνεχιστών αυτών θεία φιλοσοφία – γραφόμενα/λεγόμενα που θέλουν :

  • «η ψυχή είναι υλικόν ψυχικόν άτομον. Είναι υλικόν άτομον μεριστής κοσμογονικής ουσίας εντός του Σύμπαντος που κάποτε πρόκειται να μεταμορφωθεί εις υλικόν ψυχικόν άτομον θείου ελευθέρου προσωπικού όντος, οιονεί εκκολαπτόμενον, του υλικού ατόμου της μεριστής ουσίας κυοφορούντος την θείαν, την ελευθέραν προσωπικήν οντότητα».
  • «η ψυχή προσλαμβάνοντας αιθέρα δημιουργεί μεταμορφούμενη – από υλικό ψυχικό άτομο μεριστής κοσμογονική ουσίας – πνευματικό οργανισμό και δη αιθερικόν».

Όσο αφορά αυτά τα ψευδή και παντελώς διαστρεβλωτικά – τόσο για την ίδια την θεραπεία των Θεών στους Έλλληνες όσο και για την πανελλήνια-ορφική θεολογία και την του Πυθαγόρα, Πλάτωνα και των συνεχιστών αυτών θεία φιλοσοφία – δόγματα που ο κ. Μπουσίου Ιωάννης εισάγει τόσο στην θεραπεία των Θεών στους Έλλληνες όσο και στην πανελλήνια-ορφική θεολογία και στην του Πυθαγόρα, Πλάτωνα και των συνεχιστών αυτών θεία φιλοσοφία, η Ακάδημος με τον πλέον  τεκμηριωμένο τρόπο έχει αποκαταστήσει την αλήθεια με τις κάτωθι μελέτες τις :

Εδώ απλά θα αναφέρουμε ότι η λογική ψυχή, ο καθαυτό άνθρωπος, καθώς είναι ουσία και δη μαθηματική είναι τέλειος, τουτέστιν δεν μεταβάλλεται ούτε προέρχεται από κάτι άλλο δια της μεταβολής του αλλά είναι αΐδιος.

Άλλωστε ο μεν θείος Πρόκλος λέγει αφενός ότι:

«η ψυχή είναι μια οντότητα που βρίσκεται στη μέση μεταξύ των αληθινών και των γεννημένων όντων, και αποτελείται από το κράμα των μεσαίων γενών, και έχει διαιρεθεί σε έναν ουσιώδη αριθμό, και συνδέθηκε με όλες τις μεσότητες, και εναρμονίστηκε σύμφωνα με την διατονική αρμονία, και ζει ζωή μια και ταυτόχρονα διπλή, και είναι ικανή να γνωρίζει και με ένα τρόπο και με δυο τρόπους. Γιατί, αν προσθέσουμε σε αυτόν τον ορισμό τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε ψυχής, θα έχουμε τους ιδιαίτερους ορισμούς των θείων, των δαιμονικών και των επιμέρους ψυχών από την ίδια την ουσιώδη υπόσταση καθεμιάς. Και απέχουμε πολύ από το να πούμε ότι η ψυχή είναι εντελέχεια ενός φυσικού σωματικού οργανισμού ο οποίος έχει ζωή εν δυνάμει – όπως λέγει ο Αριστοτέλης. Γιατί αυτός ο ορισμός  είπε που ανήκει η ψυχή και δεν είπε τι είναι η ψυχή, ούτε συμπεριέλαβε κάθε ψυχή (γιατί οι θείες ψυχές δεν ανήκουν σε σωματικούς οργανισμούς) ούτε αποφεύγει στο σφάλμα να χρησιμοποιήσει το οριζόμενο μέσα στον ορισμό. Γιατί αυτό που εν δυνάμει ζει είναι αυτό που εν δυνάμει έχει ψυχή.»[20]

Αφετέρου ότι :

«Λέγεται εξάλλου ότι η ψυχική διακόσμηση αμετάβλητη απέκτησε την υποστασιοποιημένη ουσία της, και ορθώς λέγεται, γιατί από κάθε άποψη είναι απαθής ως προς την ουσία της.»[21]

Μάλιστα όσο αφορά την θέση της ψυχής ως ουσία ο μεν Πρόκλος μας εξηγεί πως :

«Η μαθηματική ουσία[22] κατ’ ανάγκη δεν ανήκει στα πρώτα ούτε στα τελευταία όντα, τα οποία έχουν υποστεί την έσχατη διαίρεση σε πλήρη αντίθεση με την απλή ουσία, αλλά έχει λάβει τη μεσαία θέση ανάμεσα στις αμερείς, απλές, ασύνθετες και αδιαίρετες υποστάσεις και στις διαιρεμένες υποστάσεις που έχουν χαρακτηριστεί από κάθε λογής συνθέσεις και ποικιλόμορφες διαφοροποιήσεις. Γιατί ο αναλλοίωτος, μόνιμος και αδιάψευστος χαρακτήρας των συλλογισμών που την αφορούν δείχνει ότι αυτή υπερβαίνει τα ένυλα είδη.»[23]

Ο δε Ιάμβλιχος ότι:

«Η ουσία της ψυχής είναι άυλη καθαυτή, ασώματος, αγέννητη εντελώς και ανώλεθρη, έχοντας από τον εαυτό της την ύπαρξη και την ζωή της, εντελώς αυτοκινούμενη και αρχή της Φύσης και όλων των κινήσεων. Αυτή λοιπόν, στον βαθμό που είναι τέτοια, έχει περιλάβει μέσα της την αυτεξούσια και την ανεξάρτητη ζωή. Και όσο δίνει τον εαυτό της σε όσα γεννιούνται και υποτάσσει τον εαυτό της στην κίνηση του σύμπαντος, τόσο άγεται από την Ειμαρμένη και υποτάσσεται στις φυσικές ανάγκες. Και όσο πάλι αναπτύσσει τη νοητική και όντως ανεξάρτητη από όλα & αυτόβουλη ενέργεια της, τόσο πράττει εκούσια τα οικεία της & αγγίζει το θείο, το αγαθό και το νοητό με τα της αλήθειας.»[24]

Τελικά ο κ. Μπουσίου Ιωάννης κατάφερε όχι μόνον να διαστρεβλώσει – και συνεχίζει να το κάνει μέχρι και σήμερα – στο έπακρον την πανελλήνια-ορφική θεολογία και την του Πυθαγόρα, Πλάτων και των συνεχιστών αυτών θεία φιλοσοφία αλλά και επι σειρά ετών γαλούχησε θεολογικά-φιλοσοφικά ανθρώπους – οποίοι προσπαθούσαν/προσπαθούν να προσεγγίσουν την αληθή & όντως θρησκείας των θεών – με αναληθή & ανύπαρκτα στους Έλληνες θεολογικά δόγματα περί θανάτου & αναστάσεως θεών αλλά τους παρέσυρε και στο να πάρουν μέρος στις ανόσιες & ασεβείς ιεροπραξίες-δρώμενα του! 

Επι σειρά δηλ. ετών ο κ. Μπουσίου Ιωάννης τελούσε – και συνεχίζει να το πράτει μέχρι και σήμερα, ταφικά δρώμανα, δηλ. κηδεία, ως δήθεν εορτή προς τον ορφικώς λεγόμενο Άδωνη ή πλατωνικώς λεγόμενο «εγκόσμιο Διόνυσο»! Κηδεία στην οποία παρέσειρε ανθρώπους να πάρουν μέρος.

Σε οδό τεκμηριώσεως των λεγομένων της περί της διαστρεβλώσεως που έχε επιφέρει ο κ. Μπουσίου Ιωάννης και η θεατρική του ομάδα «Διόνυσος Ελευθερέας» στο μόνο, αληθές & όντως θεολογικό νόημα της εορτής των Αδωνίων  η “Ακάδημος” παραθέτει τον μύθο του Αδώνιδος :

—Κεφάλας Δ. Ευστάθιος(Αμφικτύων) : “Ακάδημος”, αμφικτυονία Πανελλήνιας(Ορφικής) Θεολογίας & Πυθαγόρειας/Πλατωνικής/νεοπλατωνικής φιλοσοφίας –


[1]  Βλ. Πλάτων «Όροι, 415.a.9 – 415.a.9»:

        Def 415.a.9 ` to     Def 415.a.9 Οσιον. θεράπευμα θεοῦ ἀρεστὸν θεῷ.

[2]  Βλ. Πλάτων «Όροι, 412.e.14 – 413.a.2»:

       Def 412.e.14 ` to     Def 413.a.2 Εὐσέβεια δικαιοσύνη περὶ θεούς· δύναμις θεραπευτικὴ θεῶν ἑκούσιος· περὶ θεῶν τιμῆς ὑπόληψις ὀρθή· ἐπιστήμη τῆς περὶ θεῶν τιμῆς.

[3]  Βλ. Πρόκλος «Εις τας Πλάτωνος Πολιτείας υπόμνημα, βιβλίο Β’, 1.188.9 – 1.188.11»:

       in R 1.188.9 ` to     in R 1.188.11 τὴν γὰρ διάκρισιν τῶν ἀγαθῶν καὶ τῶν κακῶν καὶ τὴν πρέπουσαν ταῖς μέσαις ἕξεσιν τῶν ἀνθρώπων πρὸς τὸ θεῖον ὁμιλίαν μόνος ὁ ἐπιστήμων ἀφορίζειν κύριος·

[4]  Βλ. Ιεροκλής «Υπόμνημα εις τα Πυθαγορικά χρυσά έπη, 3.2.1 – 3.2.6» :

       In aureum carmen 3.2.1 ` to     In aureum carmen 3.2.6 ἡ γὰρ ὅλη δύναμις τῆς τιμῆς ἐν τῇ γνώσει τῆς οὐσίας τῶν τιμωμένων κεῖται, ἀφ᾽ ἧς καὶ τὸ τῶν δεόντων εἰπεῖν τι ἢ πρᾶξαι πρὸς τὰ τιμώμενα εὖ καὶ καλῶς ἐξευρίσκεται. πῶς γὰρ ἂν διαλεχθείη τις, οἷς ἀγνοεῖ; πῶς δὲ δῶρον προσάξει τούτοις, ὧν τὴν ἀξίαν οὐκ οἶδεν;

[5]  Βλ. Ιεροκλής «Υπόμνημα εις τα Πυθαγορικά Χρυσά Έπη 1.21.9. – 1.22.5» :

       In aureum carmen 1.20.1 ` to     In aureum carmen 1.22.5  εὐσεβὴς δὲ ὁ τὴν θείαν ἐπιστήμην ἔχων καὶ τὴν ἑαυτοῦ τελείωσιν ὡς τιμὴν ἀρίστην προσάγων τοῖς τῶν ἀγαθῶν αἰτίοις, τῇ σπουδῇ τῆς κτήσεως πρὸς τοὺς χορηγεῖν πεφυκότας ἐπιστρεφόμενος καὶ τῷ λαμβάνειν τὰ ἀγαθὰ δύνασθαι τιμῶν τοὺς ἀεὶ διδόντας αὐτά. ὁ δὲ ἄλλως τιμᾶν τὸ θεῖον προαιρούμενος καὶ μὴ δι᾽ ἑαυτοῦ, παρανάλωμα τῆς ἔξωθεν εὐπορίας ποιεῖται τὴν τιμήν, οὐκ οἰκείαν ἀρετὴν προσφέρων, ἀλλ᾽ ἀπὸ τῶν ἐκτὸς αὐτοῖς ἀφοσιούμενος.  ταῦτα δὲ οὐδὲ σπουδαίῳ ἀνδρὶ λαμβάνειν ἡδὺ εἰ μὴ μετὰ τῆς ἀρίστης διαθέσεως διδόμενα. τοιοῦτον δὲ καὶ τὸ τοῦ Πυθίου πάλιν ἀπόφθεγμα· πρὸς γὰρ τὸν ἑκατόμβας θύσαντα μὴ μετ᾽ εὐσεβοῦς γνώμης, καὶ πυνθανόμενον, πῶς εἴη προσδεδεγμένος τὰ παρ᾽ αὐτοῦ δῶρα, ἀποκρίνεται· ἀλλά μοι εὔαδε χόνδρος ἀγακλυτοῦ Ἑρμιονῆος, τὸ εὐτελέστατον προκρίνων τῆς τοσαύτης πολυτελείας, ὅτι δὴ θεοσεβεῖ γνώμῃ κεκόσμητο. μετὰ ταύτης γὰρ πάντα θεοφιλῆ καὶ ἄνευ ταύτης οὐδὲν θεῷ φίλον ἄν ποτε γένοιτο.

[6]  Άλλωστε κατά πως λέγει ο Πρόκλος στο «Σχόλια εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος εκλογαί χρήσιμοι, 96.1- 96.7»  :

«ο Σωκράτης στον “Κρατύλο”, με αναλυτικό τρόπο, ξεκινώντας από τα ονόματα των θεών, που είναι αγάλματα των θεών, ανατρέχει στις δυνάμεις και στις ενέργειες τους. Τη θέαση των ουσιών τους, καθώς πρόκειται για άρρητες & άγνωστες, την αφήνει μόνο για το “άνθος του νου”.»

in Cra 96.1 ` to     in Cra 96.7     Ὅτι ἀναλυτικῶς ὁ Σωκράτης ἀπὸ τῶν θείων ὀνομάτων, ἀγαλμάτων ὄντων τῶν θεῶν, ἐπὶ τὰς δυνάμεις αὐτῶν ἀνατρέχει καὶ τὰς ἐνεργείας· τὰς γὰρ οὐσίας αὐτῶν ὡς ρρτους κα γνστους μν τ <νθει το νο> θεωρεν καταλεπει.

[7]  Βλ. Πρόκλος στο «Εις τον Τίμαιο Πλάτωνος, βιβλίο Β’, 1.211.8 – 1.212.1» :

in Ti 1.211.8 ` to     in Ti 1.212.1  Ἡγεῖται δὲ τῆς τελείας καὶ ὄντως οὔσης εὐχῆς πρῶτον ἡ γνῶσις τῶν θείων τάξεων πασῶν, αἷς πρόσεισιν ὁ εὐχόμενος· οὐ γὰρ ἂν οἰκείως προσέλθοι μὴ τὰς ἰδιότητας αὐτῶν ἐγνωκώς. διὸ καὶ <τὸ λόγιον τὴν πυριθαλπῆ ἔννοιαν> πρωτίστην ἔχειν τάξιν ἐν τῇ ἱερᾷ θρησκείᾳ παρεκελεύσατο. δευτέρα δὲ μετὰ ταύτην ἡ οἰκείωσις κατὰ τὴν πρὸς τὸ θεῖον ὁμοίωσιν ἡμῶν τῆς συμπάσης καθαρότητος, ἁγνείας, παιδείας, τάξεως, δι᾽ ἧς τὰ ἡμέτερα προσάγομεν τοῖς θεοῖς, ἕλκοντες τὴν ἀπ᾽ αὐτῶν εὐμένειαν καὶ τὰς ψυχὰς ἡμῶν ὑποκατακλίνοντες αὐτοῖς. τρίτη δὲ ἡ συναφή, καθ᾽ ἣν ἐφαπτόμεθα τῆς θείας οὐσίας τῷ ἀκροτάτῳ τῆς ψυχῆς καὶ συννεύομεν πρὸς αὐτήν. ἐπὶ δὲ ταύταις ἡ ἐμπέλασις—οὕτως γὰρ αὐτὴν καλεῖ τὸ <2λόγιον·   τῷ πυρὶ γὰρ βροτὸς ἐμπελάσας θεόθεν φάος ἕξει>— μείζω τὴν κοινωνίαν ἡμῖν παρεχομένη καὶ τρανεστέραν τὴν μετουσίαν τοῦ τῶν θεῶν φωτός. τελευταία δὲ ἡ ἕνωσις, αὐτῷ τῷ ἑνὶ τῶν θεῶν τὸ ἓν τῆς ψυχῆς ἐνιδρύουσα καὶ μίαν ἐνέργειαν ἡμῶν τε ποιοῦσα καὶ τῶν θεῶν, καθ᾽ ἣν οὐδὲ ἑαυτῶν ἐσμεν, ἀλλὰ τῶν θεῶν, ἐν τῷ θείῳ φωτὶ μένοντες καὶ ὑπ᾽ αὐτοῦ κύκλῳ περιεχόμενοι. καὶ τοῦτο πέρας ἐστὶ τὸ ἄριστον τῆς ἀληθινῆς εὐχῆς, ἵνα ἐπισυνάψῃ τὴν ἐπιστροφὴν τῇ μονῇ καὶ πᾶν τὸ προελθὸν ἀπὸ τοῦ τῶν θεῶν ἑνὸς αὖθις ἐνιδρύσῃ τῷ ἑνὶ καὶ τὸ ἐν ἡμῖν φῶς τῷ τῶν θεῶν φωτὶ περιλάβῃ.

[8]  Το ίδιο αναφέρει και ο Πορφύριος στο «Προς Μαρκέλλαν, 24.5 – 24.11» :

«Τέσσερα στοιχεία πρέπει κυρίως να υπερισχύουν σχετικά με τον θεό. Η πίστη, η αλήθεια, ο έρως και η ελπίδα. Πρέπει να πιστεύουμε ότι μόνη σωτηρία είναι η επιστροφή προς τον θεό. Και πιστεύοντας την ως υπαρκτή να σπουδάζουμε τα αληθή και να γνωρίζουμε περί Θεού. Και γνωρίζοντας να ερωτευόμαστε το γνωριζόμενο – τον Θεό. Ερωτεύομενοι δε τον θεό τρέφεται η ψυχή μας με  αγαθές ελπίδες καθόλα τον βίο, και με τις αγαθές ελπίδες οι αγαθοί υπερέχουν των φαύλων».

Ο δε Ιάμβλχιος – στο «Περί Πυθαγορικού βίου» –  λέγει ό,τι :

«τα πάντα πρέπει να ελπίζονται, γιατί δεν υπάρχει κάτι που να είναι ανέλπιστο. Εύκολα τα πάντα ο Θεός τα τελεί, και ακατόρθωτο ουδέν.»

Ad Marcellam 24.5 ` to     Ad Marcellam 24.11   Τέσσαρα στοιχεῖα μάλιστα κεκρατύνθω περὶ θεοῦ· πίστις, ἀλήθεια, ἔρως, ἐλπίς. πιστεῦσαι γὰρ δεῖ ὅτι μόνη σωτηρία ἡ πρὸς τὸν θεὸν ἐπιστροφή, καὶ πιστεύσαντα ὡς ἔνι μάλιστα σπουδάσαι τἀληθῆ γνῶναι περὶ αὐτοῦ, καὶ γνόντα ἐρασθῆναι τοῦ γνωσθέντος, ἐρασθέντα δὲ ἐλπίσιν ἀγαθαῖς τρέφειν τὴν ψυχὴν διὰ τοῦ βίου. ἐλπίσι γὰρ ἀγαθαῖς οἱ ἀγαθοὶ τῶν φαύλων ὑπερέχουι.

Vit Pyth 28.139.16 ` to     Vit Pyth 28.139.17   ἔλπεσθαι χρὴ πάντ᾽, ἐπεὶ οὐκ ἔστ᾽ οὐδὲν ἄελπτον· ῥᾴδια πάντα θεῷ τελέσαι, καὶ ἀνήνυτον οὐδέν.

[9]  Βλ. Πρόκλος στο «Εις τον Τίμαιο Πλάτωνος, βιβλίο Β’, 1.212.12 – 1.212.28» :

in Ti 1.212.12 to     in Ti 1.212.28 δεῖ δὴ οὖν τὸν γενναίως ἀντιληψόμενον τῆς εὐχῆς ἵλεώς τε ποιεῖσθαι τοὺς θεοὺς καὶ ἀνεγείρειν ἐν ἑαυτῷ τὰς περὶ θεῶν ἐννοίας—τὸ γὰρ προσηνὲς τῶν κρειττόνων πρώτιστόν ἐστιν ὁρμητήριον τῆς μετουσίας αὐτῶν—καὶ ἀδιαλείπτως ἔχεσθαι τῆς περὶ τὸ θεῖον θρησκείας— &lt;δηθύνοντι&gt; γὰρ &lt;βροτῷ κραιπνοὶ μάκαρες τελέθουσιν&gt;— καὶ τὴν τάξιν τῶν θείων ἔργων ἀσάλευτον φυλάττειν ἀρετάς τε ἀπὸ τῆς γενέσεως καθαρτικὰς καὶ ἀναγωγοὺς προβεβλῆσθαι καὶ πίστιν καὶ ἀλήθειαν καὶ ἔρωτα, ταύτην ἐκείνην τὴν τριάδα, καὶ ἐλπίδα τῶν ἀγαθῶν ἄτρεπτόν τε ὑποδοχὴν τοῦ θείου φωτὸς καὶ ἔκστασιν ἀπὸ πάντων τῶν ἄλλων ἐπι τηδευμάτων, ἵνα μόνος τις τῷ θεῷ μόνῳ συνῇ καὶ μὴ μετὰ πλήθους τῷ ἑνὶ συνάπτειν ἑαυτὸν ἐγχειρῇ· πᾶν γὰρ τοὐν αντίον ὁ τοιοῦτος δρᾷ καὶ ἀφίστησιν ἑαυτὸν τῶν θεῶν· ὡς γὰρ οὐ θέμις μετὰ τοῦ μὴ ὄντος τῷ ὄντι προσομιλεῖν, οὕτως οὐδὲ μετὰ πλήθους τῷ ἑνὶ συνάπτεσθαι δυνατόν.
<p style="text-align:justify;"><a href="#_ftnref6" name="_ftn6">[10]</a>   Βλ. Ιεροκλής «Υπόμνημα εις τα Πυθαγορικά χρυσά έπη, 1.22.2 – 1.22.5» :</p>
<p style="text-align:justify;">       In aureum carmen 1.22.2
to     In aureum carmen 1.22.5  ἐπειδὴ δὲ τὸν νόμον τῆς τοῦ παντὸς διατάξεως ἄτρεπτος φρουρὰ διατηρεῖ καὶ τὸν τῆς φρουρᾶς ταύτης φύλακα τοῖς παλαιοῖς ἔθος ἦν δι᾽ ἀπορρήτων ὅρκον ὀνομάζειν,

[11]  Μάλιστα κατά πως λέγει ο Πρόκλος στο «Υπόμνημα στον “Τίμαιο” του Πλάτων, 1.203.26 – 1.204.3» :

«στον στίχο των Πυθαγορεικών Χρυσών Επών, ”τους αθανάτους πρώτα να τιμάς, όπως ορίζει ο νόμος”, ο νόμος την θεία τάξη δηλώνει, η οποία εξαρτά τα κατώτερα από τα ανώτερα και τα πληρεί εξ αυτών. Αυτός ο νόμος από των νοητών αρξάμενος κατέρχεται και στην δημιουργική αιτία και από τούτη προχωρά και μερίζεται περί το σύμπαν.».

       in Ti 1.203.26 ` to     in Ti 1.204.3   <ἀθανάτους μὲν πρῶτα θεούς, νόμῳ ὡς διάκεινται, τίμα·> δηλοῖ γὰρ ὁ νόμος τὴν τάξιν τὴν θείαν, καθ᾽ ἣν ἐξήρτηται ἀεὶ τὰ δεύτερα τῶν προτέρων καὶ πληροῦται ἀπ᾽ αὐτῶν. οὗτος δὲ ὁ νόμος ἀπὸ τῶν νοητῶν ἀρξάμενος καθήκει καὶ εἰς τὴν δημιουργικὴν αἰτίαν καὶ ἀπὸ ταύτης πρόεισι καὶ μερίζεται περὶ τὸ πᾶν.

[12]  Βλ. Ιεροκλής «Υπόμνημα εις τα Πυθαγορικά χρυσά έπη, 1.10.3 – 1.12.11»:

       In aureum carmen 1.10.3 ` to     In aureum carmen 1.12.11 νόμος μὲν ὁ δημιουργικὸς νοῦς καὶ ἡ θεία βούλησις ἡ ἀϊδίως παράγουσα τὰ πάντα καὶ εἰς ἀεὶ διασῴζουσα, τάξις δὲ ἔννομος ἡ ἀπὸ τοῦ πατρὸς τῶν ὅλων καὶ δημιουργοῦ τοῖς ἀθανάτοις θεοῖς συνεισελθοῦσα καὶ ποιοῦσα ἐν αὐτοῖς τοὺς μὲν πρώτους, τοὺς δὲ δευτέρους. εἰ γὰρ καὶ ὡς ἐν παντὶ τῷ λογικῷ διακόσμῳ τὴν ἀκρότητα ἔλαχον, ὅμως ἐν ἑαυτοῖς ποικίλλονται καί εἰσιν ἄλλοι ἄλλων θειότεροι. μήνυμα δὲ τῆς κατ᾽ οὐσίαν αὐτῶν ὑπεροχῆς τε καὶ ὑποβάσεως ἡ τῶν οὐρανίων σφαιρῶν τάξις κατ᾽ οὐσίαν καὶ δύναμιν τὴν θέσιν διαλαχοῦσα, ὡς ἐν τῇ οὐσίᾳ αὐτῶν κεῖσθαι τὸν νόμον καὶ τὴν τάξιν ὁμοφυῆ εἶναι αὐτῶν τῇ ἀξίᾳ. οὐ γὰρ ὡς ἔτυχεν ὑποστάντες ὕστερον διεκρίθησαν, ἀλλὰ τεταγμένοι προῆλθον εἰς τὸ εἶναι ὥσπερ ἐν ἑνὶ ζώῳ τῷ ὅλῳ οὐρανῷ διάφορα ὄντες μέρη καὶ τὴν πρὸς ἄλληλα σύνταξιν ἐν τῇ κατ᾽ εἶδος διαστάσει ἅμα καὶ συναφῇ ἀποσῴζοντες, ὥστε μηδὲ ἐπάλλαξιν τῆς θέσεως αὐτῶν ἐπινοηθῆναί ποτε δύνασθαι εἰ μὴ μετὰ τῆς φθορᾶς τοῦ παντός, ἣν ἀδύνατον ἐπισυμβῆναι, ἔστ᾽ ἂν ᾖ τὸ πρῶτον αὐτῶν αἴτιον ἀμετάβλητον πάντῃ καὶ ἄτρεπτον καὶ τὴν οὐσίαν τῇ ἐνεργείᾳ τὴν αὐτὴν κεκτημένον καὶ τὴν ἀγαθότητα οὐκ ἐπίκτητον ἔχον, ἀλλ᾽ οὐσιωμένην καθ᾽ αὑτὴν καὶ δι᾽ αὐτὴν τὰ πάντα πρὸς τὸ εὖ εἶναι παράγον.

[13]  Βλ. Ιεροκλής «Υπόμνημα εις τα Πυθαγορικά χρυσά έπη, 1.16.1 – 1.17.1»:

       In aureum carmen 1.16.1 ` to     In aureum carmen 1.17.1  τίς δὲ ὁ νόμος καὶ ἡ τούτῳ ἑπομένη τιμή; πάλιν λέγωμεν, ὅτι νόμος μὲν ἡ ἄτρεπτος τοῦ θεοῦ καὶ δημιουργικὴ ἐνέργεια ἡ γεννῶσα τὰ θεῖα γένη καὶ τάττουσα ἀϊδίως τε καὶ ἀμεταβλήτως, ἡ δὲ σύμφωνος τῷ νόμῳ τιμὴ ἡ τῆς οὐσίας ἐστὶ τῶν τιμωμένων γνῶσις καὶ ἡ πρὸς αὐτὴν κατὰ δύναμιν ἐξομοίωσις. ὃ γὰρ ἄγαταί τις, καὶ μιμεῖται, ὅσον αὐτῷ οἷόν τε, καὶ τιμὴν ποιεῖται τοῦ ἀνενδεοῦς τὴν τῶν ὑπ᾽ ἐκείνου προτεινομένων ἀγαθῶν ὑποδοχήν.

[14]  Μάλιστα ο Ιάμβλιχος, στο «Περί Πυθαγορικού βίου, 18.87.8 – 18.87.10», λέγει ότι :

«Σε όλους εκείνους που οι Θεοί αγαπούν και με τους οποίους χαίρονται, προς αυτούς δίδουν τα αγαθά οι Θεοί, ενώ προς εκείνους, που δεν συμπαθούν, δίδουν αντιθέτως τα ενάντια.»

       Vit Pyth 18.87.8 ` to Vit Pyth 18.87.10 πάντες γάρ, οὓς μὲν ἂν φιλῶσι καὶ οἷς ἂν χαίρωσι, τούτοις διδόασι τἀγαθά, πρὸς οὓς δὲ ἐναντίως ἔχουσι, τὰ ἐναντία.

[15]  Βλ. Πλάτων «Νόμοι, 716.c.1 – 718.b.5» :

       Leg 716.c.1 ` to     Leg 718.b.5  {ΑΘ.} «Τίς οὖν δὴ πρᾶξις φίλη καὶ ἀκόλουθος θεῷ; μία, καὶ ἕνα λόγον ἔχουσα ἀρχαῖον, ὅτι τῷ μὲν ὁμοίῳ τὸ ὅμοιον ὄντι μετρίῳ φίλον ἂν εἴη, τὰ δ᾽ ἄμετρα οὔτε ἀλλήλοις οὔτε τοῖς ἐμμέτροις. ὁ δὴ θεὸς ἡμῖν πάντων χρημάτων μέτρον ἂν εἴη μάλιστα, καὶ πολὺ μᾶλλον ἤ πού τις, ὥς φασιν, ἄνθρωπος· τὸν οὖν τῷ τοιούτῳ προσφιλῆ γενησόμενον, εἰς δύναμιν ὅτι μάλιστα καὶ αὐτὸν τοιοῦτον ἀναγκαῖον γίγνεσθαι, καὶ κατὰ τοῦτον δὴ τὸν λόγον ὁ μὲν σώφρων ἡμῶν θεῷ φίλος, ὅμοιος γάρ, ὁ δὲ μὴ σώφρων ἀνόμοιός τε καὶ διάφορος καὶ <ὁ> ἄδικος, καὶ τὰ ἄλλ᾽ οὕτως κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον ἔχει. νοήσωμεν δὴ τούτοις ἑπόμενον εἶναι τὸν τοιόνδε λόγον, πντων κλλιστον κα ληθστατον ομαι λγων, ς τ μν γαθ θειν κα προσομιλεν ε τος θεος εχας κα ναθμασιν κα συμπσ θεραπείᾳ θεν κλλιστον κα ριστον κα νυσιμτατον πρς τν εδαμονα βον κα δ κα διαφερντως πρπον, τ δ κακ τοτων τναντα πφυκεν. κθαρτος γρ τν ψυχν γε κακς, καθαρς δ ναντος, παρ δ μιαρο δρα οτε νδρ γαθν οτε θεν στιν ποτ τ γε ρθν δχεσθαι· μάτην οὖν περὶ θεοὺς ὁ πολύς ἐστι πόνος τοῖς ἀνοσίοις, τοῖσιν δὲ ὁσίοις ἐγκαιρότατος ἅπασιν. σκοπς μν ον μν οτος ο δε στοχζεσθαι· βέλη δὲ αὐτοῦ καὶ οἷον ἡ τοῖς βέλεσιν ἔφεσις τὰ ποῖ᾽ ἂν λεγόμενα ὀρθότατα φέροιτ᾽ ἄν; πρτον μν, φαμν, τιμς τς μετ λυμπους τε κα τος τν πλιν χοντας θεος τος χθονοις ν τις θεος ρτια κα δετερα κα ριστερ νμων ρθτατα το τς εσεβεας σκοπο τυγχνοι, τ δ τοτων νωθεν [τ περιττ] κα ντφωνα, τος μπροσθεν ηθεσιν νυνδ. μετ θεος δ τοσδε κα τος δαμοσιν γε μφρων ργιζοιτ ν, ρωσιν δ μετ τοτους. πακολουθο δ ατος δρματα δια πατρων θεν κατ νμον ργιαζμενα, γονέων δὲ μετὰ ταῦτα τιμαὶ ζώντων·

[16] Βλ. την μελέτη του κ. Ιωάννη Μπουσίου «Αδώνια Μυστήρια: Αναζητώντας το αρχαιοελληνικό Πάσχα»

[17] Βλ. την μελέτη του κ. Ιωάννη Μπουσίου «Αδώνια Μυστήρια: Αναζητώντας το αρχαιοελληνικό Πάσχα»

[18] Βλ. την μελέτη του κ. Ιωάννη Μπουσίου «Αδώνια Μυστήρια: Αναζητώντας το αρχαιοελληνικό Πάσχα»

[19] Βλ. την μελέτη του κ. Ιωάννη Μπουσίου «Αδώνια Μυστήρια: Αναζητώντας το αρχαιοελληνικό Πάσχα»

[20]  Βλ. την μελέτη του κ. Ιωάννη Μπουσίου «Ομοιότητες Ιησού και Άδωνη»

[21] Βλ. Πρόκλος «Εις Τίμαιον Πλάτωνος, βιβλίο Ε’, 3.254.13 – 3.254.27» :

       in Ti 3.254.13 ` to     in Ti 3.254.27 ψυχή ἐστιν οὐσία μέση τῆς ὄντως οὔσης οὐσίας καὶ γενέσεως, ἐκ τῶν μέσων συγκραθεῖσα γενῶν καὶ εἰς ἀριθμὸν διαιρεθεῖσα οὐσιώδη καὶ συνδεθεῖσα πάσαις ταῖς μεσότησι καὶ ἁρμοσθεῖσα διατονικῶς ζῶσά τε μίαν ζωὴν καὶ διπλῆν καὶ γνωστικὴ μοναχῶς τε καὶ διχῶς· τούτῳ γὰρ τῷ λόγῳ προστιθέντες τὰ ἴδια καὶ τοὺς ἰδίους ἕξομεν ὁρισμοὺς τῶν θείων ἢ δαιμονίων ἢ μερικῶν ψυχῶν ἀπ᾽ αὐτῆς τῆς ἑκάστων οὐσιώδους ὑποστάσεως, πολλοῦ δέοντες λέγειν <ἐντελέχειαν σώματος εἶναι ψυχὴν φυσικοῦ, ὀργανικοῦ, δυνάμει ζωὴν ἔχοντοσ>· οὗτος γὰρ ὁ λόγος οὔτε τινὸς εἰπὼν εἶναι τὴν ψυχὴν εἶπε, τί ἐστιν, οὔτε πᾶσαν περιέλαβεν (οὐ γάρ εἰσιν αἱ θεῖαι σωμάτων ὀργανικῶν), οὔτε διαφεύγει τὸ ὁριστὸν ἐν ἑαυτῷ παραλαμβάνειν· τὸ γὰρ δυνάμει ζῶν ἐστι τὸ δυνάμει ψυχὴν ἔχον.

[22]  Βλ. Πρόκλος «Κατά Πλάτων Θεολογία, 1.93.7 – 1.93.9» :

          Theol Plat 1.93.7 ` to     Theol Plat 1.93.9 Λέγεται δὲ καὶ ἡ ψυχικὴ διακόσμησις ἀεὶ κατὰ ταὐτὰ τὴν οὐσίαν ἑστῶσαν κεκτῆσθαι, καὶ ὀρθῶς λέγεται, πάντῃ γάρ ἐστιν ἀπαθὴς κατὰ τὴν οὐσίαν·

[23]  Μαθηματική ουσία είναι η λογική & αίδιος ψυχή.

[24]  Βλ. Πρόκλος «Εις πρώτον Ευκλείδου Στοιχείων, 3.1 – 3.10» :

       in Euc 3.1 ` to     in Euc 3.10 Τὴν μαθηματικὴν οὐσίαν οὔτε τῶν πρωτίστων ἐν τοῖς οὖσι γενῶν οὔτε τῶν ἐσχάτων εἶναι καὶ παρὰ τὴν ἁπλῆν διῃρημένων, ἀναγκαῖον, ἀλλὰ τὴν μέσην χώραν ἀπειληφέναι τῶν τε ἀμερίστων καὶ ἁπλῶν καὶ ἀσυνθέτων καὶ ἀδιαιρέτων ὑποστάσεων καὶ τῶν μεριστῶν καὶ ἐν συνθέσεσιν παντοίαις καὶ ποικίλαις διαιρέσεσιν ἀφωρισμένων. τὸ μὲν γὰρ ἀεὶ κατὰ ταὐτὰ ἔχον καὶ μόνιμον καὶ ἀνέλεγκτον τῶν περὶ αὐτὴν λόγων ὑπερανέχουσαν αὐτὴν ἀποφαίνει τῶν ἐν ὕλῃ φερομένων εἰδῶν,

[25]  Βλ. Στοβαίος «Ανθολόγιο : από την επιστολή του Ιάμβλιχου στον Μακεδόνιο για την ειμαρμένη, 2.8.43.3 – 2.8.43.15»:

       Anthologium 2.8.43.3 ` to     Anthologium 2.8.43.15   Οὐσία ἐστὶν ἄϋλος ἡ τῆς ψυχῆς καθ᾽ ἑαυτήν, ἀσώματος, ἀγέννητος πάντῃ καὶ ἀνώλεθρος, παρ᾽ ἑαυτῆς ἔχουσα τὸ εἶναι καὶ τὸ ζῆν, αὐτοκίνητος παντελῶς καὶ ἀρχὴ τῆς φύσεως καὶ τῶν ὅλων κινήσεων. Αὕτη δὴ οὖν καθ᾽ ὅσον ἐστὶ τοιαύτη, καὶ τὴν αὐτεξούσιον καὶ τὴν ἀπόλυτον περιείληφεν ἐν ἑαυτῇ ζωήν. <Καὶ> καθ᾽ ὅσον μὲν δίδωσιν ἑαυτὴν εἰς τὰ γιγνόμενα καὶ ὑπὸ τὴν τοῦ παντὸς φορὰν ἑαυτὴν ὑποτάττει, κατὰ τοσοῦτον καὶ ὑπὸ τὴν εἱμαρμένην ἄγεται καὶ δουλεύει ταῖς τῆς φύσεως ἀνάγκαις· καθ᾽ ὅσον δὲ αὖ τὴν νοερὰν ἑαυτῆς καὶ τῷ ὄντι ἄφετον ἀπὸ πάντων καὶ αὐθαίρετον ἐνέργειαν ἐνεργεῖ, κατὰ τοσοῦτον τὰ ἑαυτῆς ἑκουσίως πράττει καὶ τοῦ θείου καὶ ἀγαθοῦ καὶ νοητοῦ μετ᾽ ἀληθείας ἐφάπτεται.

[26]  Λέγει δηλ. ότι η ψυχή είναι ουσία και επειδή είναι ουσία είναι αμετάβλητη. Εξ ου και αναφέρει ότι ακόμη και όταν ενσαρκώνεται δεν εκβαίνει από την ιδία/δική της ουσιότητα. Εξ και η ονομάζεται όχι μόνο λογική η ψυχή αλλά και αΐδιος.

[27]  Βλ.  Στοβαίος «Ανθολόγιο, 1.41.4.2 – 1.41.4.5» ή “Ερμού  εκ των προς τον Άμμωνα”:

       Anthologium 1.41.4.2 ` to     Anthologium 1.41.4.5   Ἡ ψυχὴ τοίνυν οὐσία ἐστὶν ἀσώματος, καὶ ἐν σώματι δὲ οὖσα οὐκ ἐκβαίνει τῆς ἰδίας οὐσιότητος. Τυγχάνει γὰρ οὖσα ἀεικίνητος κατ᾽ οὐσίαν, κατὰ νόησιν αὐτοκίνη τος, οὐκ ἔν τινι κινουμένη, οὐ πρός τι, οὐχ ἕνεκέν τινος·

Advertisements

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Η του αληθούς & όντως θεολογικού νοήματος των Αδώνιων διαστρέβλωση – μέρος Α’

  1. Παράθεμα: Δίκαιη & σαφής απάντηση – νέες μελέτες « φιλοσοφοῦμεν γνησίως τε καὶ ἱκανῶς

Τα σχόλια είναι κλειστά.